Πέμπτη 22 Ιουλίου 2010

ΣΡΙ-ΛΑΝΚΑ: Το τέλος ενός αιματηρού εμφυλίου (Αυγουστος २००९)

«Οι αντάρτες Ταμίλ στη Σρι Λάνκα έχουν "ηττηθεί ολοσχερώς" από τον κυβερνητικό στρατό που ελέγχει όλα τα εδάφη της χώρας, η κρατική εξουσία ασκείται πλέον σε κάθε εκατοστό εδάφους. Νικήσαμε την τρομοκρατία». Με τη δήλωση αυτή ο πρόεδρος της Σρι Λάνκα, Μαχίντα Ραγιαπάκσε, ανακοίνωσε στις 16 του τελευταίου Μάη τη λήξη του εμφυλίου πολέμου που βασάνιζε τη Σρι Λάνκα και το λαό της για 26 χρόνια και προκάλεσε το θάνατο σε περισσότερους από 80.000 ανθρώπους.
Ο πόλεμος δεν ήταν το αποτέλεσμα μιας ειρηνευτικής διαδικασίας. Όπως γίνεται αντιληπτό από τη δήλωση του προέδρου της χώρας, οι μάχες έφτασαν στο τέλος αφού η κυβερνητική πλευρά κατάφερε ανεπανόρθωτα πλήγματα στο αντίπαλο στρατόπεδο, το αυτονομιστικό κίνημα των «Τίγρεων για την Απελευθέρωση του Ταμίλ ΕΕΛΑΜ (LTTE)». Ειδικά από τον Ιανουάριο οι κυβερνητικές δυνάμεις εξαπέλησαν ισχυρές επιθέσεις έναντι των Τίγρεων, που είχαν ως αποτέλεσμα χιλιάδες νεκρούς και ακόμα περισσότερους τραυματίες. Λίγο μετά την επίσημη ανακοίνωση για τον τερματισμό του πολέμου, οι Τίγρεις ανακοίνωαν την παραδοχή ήττας επιδιώκοντας να προατατέψουν τους χιλιάδες άμαχους Ταμίλ που στοιβάζονται σε προσφυγικούς καταυλισμούς.
Οι διακρίσεις μεταξύ των Σινχαλέζων - που αποτελούν την πλειοψηφούσα ομάδα πληθυσμού - και των Ταμίλ χρονολογούνται από την περίοδο που η χώρα βρισκόταν κάτω από το Βρετανικό, αποικιακό ζηγό. Αν και υπήρχαν παλιότερες διακρίσεις στην κοινωνία της Σρι Λάνκα, οι Βρετανοί ήταν εκείνοι που τις ενίσχυσαν όταν κατέλαβαν την Κευλάνη (όπως ήταν γνωστή τότε η Σρι Λάνκα) επιστρατεύοντας την τακτική του «διαίρει και βασίλευε», αναπτύσσοντας τον εθνικισμό ανάμεσα στις δύο ομάδες πληθυσμού. Ταυτόχρονα αποχωρόντας ως αποικία, παραχώρησε διαφορετικά προνόμια στη βάση του εθνικού διαχωρισμού.
Οι Ταμίλ ως εθνότική ομάδα είναι κυρίως συγκεντρωμένη στη Βόρεια πλευρά του νησιού και συγκροτείται από αυτόχθονες αλλά και από Ταμίλ που μεταφέρθηκαν από την Ινδία, την περίοδο της αποικιοκρατίας, ως φτηνό εργατικό δυναμικό για να εργάζονται στις φυτείες. Μετά την ανεξαρτησία, το 1948, ο τότε πρωθυπουργός Μπανταρανάικε άσκησε μια πολιτική ρεβανσισμού κατά των Ταμίλ, που μέρος τους ανήκε στην «ευνοούμενη» τάξη των Βρεττανών. Ο ρατσισμός σε βάρος των Ταμίλ, από την εκπαίδευση ως τη δημόσια διοίκηση, η καταπίεση, οι ταπεινώσεις εν πολλοίς έριξαν το νερό που έβαλε σε κίνηση το μύλο του σημερινού πολέμου. Το Εθνικιστικό Κόμμα των Σινχαλέζων, του πρωθυπουργού, επέβαλε μεταξεί άλλων την αφαίρεση της ιθαγένειας από τους Ταμίλ με Ινδική προέλευση καθώς και της γλώσσας των Ταμίλ από τις επίσημες γλώσσες της χώρας.
Όπως ήταν αναμενόμενο η αδυναμία πρόσβασης των Ταμιλ στην εξουσία ανέπτυξε το αίσθημα του εθνικισμού που προέτασσε την απόσχιση και την δημιουργία ανεξάρτητου κράτους. Μέχρι τη δεκαετία του 70 δημιουργούνται κόμματα και οργανώσεις, άλλα μετριπαθή και άλλα ακραία, που δραστηριοποιούνται για την προώθηση των συμφερόντων τον Ταμίλ. Μια από αυτές τις οργανώσεις είναί και το LTTE των τίγρεων, με ηγέτη το Βελουπιλάι Πραμπχακαράν που επιστρατεύει το αντάρτικο και την τρομοκρατία.
Οι πρώτες επιθέσεις είχαν εύκολους και ασήμαντους στόχους ώσπου τη 23η Ιουλίου 1983 έστησαν ενέδρα σε μια πομπή του στρατού σκοτώνοντας 13 στρατιώτες. Έτσι Σινχαλέζοι εθνικιστές με τη βοήθεια της κυβέρνησης, ξεκίνησαν μια οργανωμένη εκστρατεία ενάντια στους Ταμίλ σκοτώνοντας τις επόμενες μέρες 3.000 Ταμίλ. Αυτή ήταν η και απαρχή του εμφυλίου πολέμου.
Βέβαια όπως συμβαίνει σε όλες τις περιπτώσεις συγκρούσεων κυριάρχο στοιχείο είναι πάντοτε ο υποκειμενισμός. Οι αντθέσεις τρομοκρατία – νόμιμη τάξη και αντίσταση – κρατική βία έχουν χωρίζονται με πολύ δυσδιάκριτα όρια και η όψη των πραγμάτων είναι ανάλογη του φακού που εφαρμόζει ο καθένας στα δικά του μάτια. Η ιστορία, πάντως, έχει χρεώσει τους Ταμίλ με πολλές δολοφονίες, με σημαντικότερη εκείνη του ινδού πρωθυπουργού Ρατζίβ Γκάντι το 1991, και με μια σειρά άλλων εκτελέσεων «προδοτών» του αντάρτικου στη Σρι Λάνκα ή στο εξωτερικό. Το «χέρι» των Τίγρεων φημολογείται ότι είναι αρκετά μακρύ για να φτάνει στο εξωτερικό, συλλέγοντας με εκβιαστικές μεθόδους οικονομικές ενισχύσεις από τους Ταμίλ της διασποράς. Από την άλλη η νόμιμη αρχή κατηγορείται ότι ευθύνεται για δολοφονίες, εξαφανίσεις και οι απαγωγές ακόμα και μετριπαθών Ταμίλ όπως ο βουλευτής και αντιπολεμικός συγγραφέας Νανταράτζα Ραβιράτζ, που δολοφονήθηκε έξω από το σπίτι του. Πέραν τόυτου η κυβέρνηση της Σρι Λανκα κατηγορείται ότι στην προσπάθεια της για εξόντωση του εχθρού είχε σαν στήριγμα της της Δύση που επιθυμούσε την επίτευξη ειρήνης. Στόχος των δυτικών δεν είναι άλλος από την πρόωθηση της ανάπτυξης τόσο στην τουριστική βιομηχανία όσο και στην εκμετάλλευση του φυσικού πλούτου της χώρας.

Πόσο όμως σταθερή είναι η μετα-πολεμική κατάσταση; Το ερώτημα αυτό δεν μπορεί να απαντηθεί τόσο εύκολα. Η εξόντωση των ηγετών των Τίγρεων δεν αποτελεί εγγύηση για τον οριστικό τερματισμό της διαμάχης. Η ειρηνική συμβίωση και η ευημερία του λαού της Σρι Λάνκα έχει ως προυπόθεση τη δημιουργία συνθηκών μακρόχρονης ειρήνης. Οι εκλογές που έγιναν στις αρχές του Αυγούστου στις περιοχές που ζουν οι Ταμίλ έδειξαν δύο στοιχεία. Πρώτο μια μεγάλη αποχή που ισοδυναμεί με ένα βαθμό απαξίωσης προς τη νόμιμη κυβέρνηση και δεύτερο ότι ο Συνασπισμός των Εθνικιστών Ταμίλ είναι ακόμα μια υπολογίσιμη δύναμη.

Στο νέο σκηνικό, έχουν να επιτελέσουν σημαντικό ρόλο, οργανώσεις και κόμματα που πραγματικά πιστεύουν σε μια μακροχρόνια ειρήνη και προοπτική. Ο λαός της Σρι – Λάνκα μπορεί να ευημερήσει αν προσαντολιστεί σε ένα μέλλον ευημερίας χωρίς αποκλεισμούς εθνικής καταγωγής και αντρέχοντας στους κοινούς αγώνες του παρελθόντος όπου το αίμα Σινχαλέζων και Ταμίλ ενώθηκε σε δυναμικές κοινές απεργίες.

Η Αντίσταση στην προδοσία είναι Διαχρονική

Λάμπει μέσα μου εκείνο που αγνοώ, μα ωστόσο λάμπει (Οδυσσέας Ελύτης). Τι κι αν η γενιά μου δεν έζησε τα τραγικά γεγονότα του 1974, υποκλινόμαστε ευλαβικά στο μεγαλείο της θυσίας αυτών που πρόταξαν τα στήθια τους στο φασισμό. Οι εκδηλωσεις καταδίκης του προδοτικου πραξικοπήματος της Χούντας και της ΕΟΚΑ Β, τι και αν έχουν περάσει 37 χρόνια, δεν γίνονται με το ζόρι. Η συμμετοχή για εμάς τους νεότερους αποτελεί ιστορικό χρέος. Για τους παλαιότερους όμως καθίσταται ζωτική ανάγκη, μια ανάγκη που δε σχετίζεται με ψυχολογικό καταναγκασμό αλλά από μια εθελούσια πράξη επικοινωνίας με ότι άφησαν πίσω τους εκείνο την μάυρη 15η του Ιούλη. Άφησαν παιδιά, γονείς , αδέλφια, φίλους, τη νιότη τους, το χαμόγελο την αθωότητα.
Δεν είναι υπερβολή να τονιστεί ότι το πραξικόπημα και η προηγούμενη δράση της ΕΟΚΑ Β αποτέλεσαν την αφορμή για την συγκρότηση μιας κοινωνικής ομάδας με ισχυρά συνεκτικά στοιχεία που όχι μόνο δε χάνονται μέσα στο χρόνο αλλά ενισχύονται από τον ανεκπλήρωτο, ακόμα, πόθο της δικαίωσης αλλά και από τις ανήκουστες προκλήσεις όσων αμετανόητων δοξάζουν τους δήμιους της τραγωδίας. Πρόκειται για το ευρύτερο σύνολο των αντιστασιακών δυνάμεων που συσπειρώνει όσους αντιστάθηκαν έμπρακτα στο πραξικόπημα καθώς και σε όσους ενστερνίζονται το κοινό πνεύμα που γέννησε η υπεράσπιση της Δημοκρατίας και την κοινή οργή απέναντι στο έγκλημα. Είναι γνωστό όμως ότι ο αντιστασιακός-δημοκρατικός κόσμος δεν πορεύεται σε κομματική σύγκλιση αφού κατανέμεται στα τρία κόμματα των παραδοσιακών πατριωτικών - δημοκρατικών δυνάμεων ΑΚΕΛ, ΔΗΚΟ και ΕΔΕΚ.
Είναι όμως αρκετή η μνήμη για να διατηρήσει επ΄άπειρον τη συλλογική συνείδηση των αντιστασιακών και για να αποτελέσει το συντηρητή της ελπίδας για δικαίωση; Η απάντηση είναι σαφής και είναι Όχι. Γιατί η δικαίωση θα έρθει μόνο αν ανατραπόυν οι συνέπειες του πραξικοπηματικού εγκλήματος, μόνο αν ανατραπεί η κατοχή. Ειδάλλως οι ετήσιες επίμηνημόσυνες διακυρήξεις θα είναι λόγια που πέφτουν στο κενό. Από την άλλη η θρασεία πρσπάθεια που επιχειρει η ακροδεξία, με το ΔΗΣΥ επικεφαλή, για μεταχρονισμένη αλλαγή της ιστορίας και αναγωγή των πραξικοπηματιών σε ήρεωες είναι δυνατό να διαμορφώσει ένα πολιτικόκοινωνικό περιβάλλον ικανό να αλλοιώσει τη μνήμη και να διαβρώσει τη συνείδηση. Ιδιαιτέρα αυτό θα συμβεί αν της δοθεί η δυνατότητα να επανέλθει στην κυβέρνηση. Τότε τίποτα δε θα την εμποδίζει να καταστήσει τη δικαίωση της προδοσίας σε επίσημη πολιτική. Κατά συνέπεια ο «ευρύτερος δημοκρατικός κόσμος» επιβάλλεται να προβάλει συνεχή αγωνιστικότητα. Από τα κόμματα που συγκροτούν πολιτικά αυτό το χώρο, το ΑΚΕΛ είναι το μόνο που τηρεί σταθερό προσνατολισμό. Ως εκ τούτου η ευθύνη για την ενίσχυση του αγώνα των αντιστασιακών βαραίνει, μοιραία, το ΔΗΚΟ και την ΕΔΕΚ. Τα ηγεσίες των κομμάτων αυτών θα πρέπει να αντιληφθούν ότι στη Λύση και την αντροπή της κατοχής δεν θα μας οδηγήσει ο μαξιμαλισμός ενώ επίσης θα πρέπει να εγκαταλείψουν κάθε σκέψη για συνεργασία (ή καλύτερα εγκατάλειψη της συνεργασίας) με την ακροδεξία.
Ο αντιστασιακός κόσμος έχει την τιμή και την τύχη να διαθέτει, αναμφισβήτητα, φυσικό ηγέτη. Αυτός δεν είναι άλλος από το σημερινό πρόεδρο της Δημοκρατίας, το Δημήτρη Χριστόφια, τον άνθρωπο που έχει θέσει ως πρωτιστη και μόνιμη εγνοια του τη Λύση του κυπριακού, του ανθρώπου που από όποιο αξίωμα και αν πέρασε έδωσε και συνεχίζει να υπερασπίζεται τους αγώνες των ηρώων του λαού μας. Ενός ανθρώπου, που πολλοί δυστυχώς ξεχνούν, ότι η προδοσία του 74 του έχει προκαλέσει διπλή προσωπική τραγωδία. Αυτές τις δύσκολες ώρες που περνά η πατρίδα μας, που τα μαύρα σύνεφα δε λένε φύγουν από τον ουρανό μας, ο Δημήτρης Χριστόφιας είναι το σύμβολο ενός λαού που Δεν Ξεχνά, Αγωνίζεται και πάνω από όλα παραμένει ακλόνητος και αντέχει κι ας φυσάει από παντου. Το διαχρονικό πατριωτικό χρέος δεν σηκώνει αποκλίσεις και σημεία ασυνέχειας. Η ιστορία θα λειτουργήσει τιμωρητικά σε όσους δε θα εμποδίσουν τη δικαίωση του εγκλήματος και τη μονιμοποίηση των συνεπειών του. Τα συνεκτικά στοιχεία που ενώνουν τον πατριωτικό κόσμο είναι ισχυρότερα από αυτά που τείνουν να το χωρίσουν. Ας το αντιληφθούν αυτό όλοι και να σταθούν δίπλα στον πρόεδρο. Εκτός και αν έχουν επίλέξει να κάνουν τον κόσμο να ξεχάσει.

Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2009

Ο Μακάριος και η Λύσης Ομοσπονδίας

Η τοποθετηση της προσωπικότητας του Μακαρίου στη σημερινή πραγματικότητα σχετίζεται με μια από τις τελευταίες του πολιτικές πράξεις. Τη συμφωνία της 12ης Φεβρουαρίου 1977 στην οποία κατέληξε με τον τότε ηγέτη της Τουρκοκυπριακής κοινότητας Ραούφ Ντενκτάς κατά τη διάρκεια συνάντησης υπό την αιγίδα του Γ.Γ. του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών.

Αναφέρει λοιπόν η συμφωνία κατά γράμμα τα ακόλουθα:
1. Επιζητούμε μια ανεξάρτητη, αδέσμευτη δικοινοτική ομόσπονδη Δημοκρατία.
2. Το έδαφος υπό τη διοίκηση της κάθε κοινότητας πρέπει να συζητηθεί υπό το φως της οικονομικής βιωσιμότητας ή παραγωγικότητας και της ιδιοκτησίας γης.
3. Θέματα αρχών όπως η ελευθερία διακίνησης, ελευθερία εγκατάστασης, το δικαίωμα περιουσίας και άλλα εξειδικευμένα ζητήματα, είναι ανοικτά για συζήτηση, λαμβάνοντας υπόψη τη θεμελιώδη βάση ενός δικοινοτικού ομοσπονδιακού συστήματος και ορισμένες πρακτικές δυσκολίες, οι οποίες μπορεί να προκύψουν για την τουρκοκυπριακή κοινότητα.
4. Οι εξουσίες και αρμοδιότητες της κεντρικής ομοσπονδιακής κυβέρνησης θα είναι τέτοιες, ώστε να διασφαλίζουν την ενότητα της χώρας λαμβανομένου υπόψη και του δικοινοτικού χαρακτήρα του κράτους.

Το πρώτο σημείο της συμφωνίας προνοεί μια ανεξάρτητη Δικοινοτική, Ομοσπονδία ενώ το δεύτερο σημείο αποτελεί σαφή υπογράμμιση του γεγονότος ότι η κάθε κοινότητα θα διοικεί συγκεκριμένο έδαφος, εισάγοντας με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο της σύζευξη της δικοινοτικότητας με τη διζωνικότητα.

Τα πιο πάνω ανατρέπουν κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς που προβάλλονται κατά καιρούς ότι η διζωνικότητα αποτελεί πρόσφατη υποχώρηση της πλευράς μας έναντι των παράλογων απαιτήσεων της Τουρκίας. Πέραν τούτου, αποτελεί σημείον οξύμορον, το γεγονός ότι αυτού του είδους ισχυρισμοί εκφράζονται, πολλές φορές, από στελέχη κομμάτων που ιστορικά και πολιτικά τοποθετούνται στο Μακαριακό χώρο. Η ιστορική αλήθεια επιβεβαιώνει ότι η Ομοσπονδία και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της (Δικοινοτικότητα – Διζωνικότητα), συμφωνήθηκαν από τον ίδιο το Μακάριο, ως η υπεύθυνη επιλογή ενάντια στην διχοτόμηση.

Ο Μακάριος είδε από τότε το μέγεθος του προβλήματος που προκάλεσαν στην πατρίδα μας το πραξικόπημα και η εισβολή και τόλμησε αυτό το συμβιβασμό. Σήμερα, 32 χρόνια μετά την ιστορική εκείνη συμφωνία και με τον κίνδυνο της οριστικής διχοτόμησης να είναι πιο όρατος, η επιμονή της πλευράς μας στη λύση Ομοσπονδίας δεν είναι αποτελεί μόνο υπευθυνότητα αλλά και τη μοναδική επιλογή.

Ομοσπονδιακά συστήματα εφαρμόζονται σε πολλά κράτη του κόσμου εδώ και πάνω από 150 χρόνια. Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι οι πολιτειακές δομές τριών από τα ισχυρότερα κράτη του κόσμου των ΗΠΑ, της Ρωσία και της Γερμανίας είναι Ομοσπονδίες ενώ υπολογίζεται ότι το 40% του παγκόσμιου πληθυσμού είναι πολίτες Ομοσπονδιακών κρατών.

Ο πρόεδρος της Δημοκρατίας αγωνίζεται νυχθημερόν για να πετύχει την επανένωση της πατρίδας και του λαού μας στη βάση των προνοιών της συμφωνίας που αναφέρεται πιο πάνω. Για την επίτευξη αυτού του στόχου απαιτείται μέγιστη λαϊκή ενότητα. Καλούμαστε λοιπόν όλοι μας να στηρίξουμε τον Πρόεδρο με όλες μας τις δυνάμεις και να προστατεύσουμε την πατρίδα μας από φωνές που ηθελημένα ή μη παρεμποδίζουν την ενότητα και επισκιάζουν τις προσπάθειες για Λύση.

Πέμπτη 24 Ιουλίου 2008

Η σύλληψη του Ραντοβαν Καραζιτς

Πολλά είναι τα σημεία που αξίζουν σχολιασμού σε σχέση με τη σύλληψη του πρώην ηγέτη των Σέρβων της Βοσνίας Ράντοβαν Κάραζιτς. Είναι σαφές ότι με τη σύλληψη του Καραζιτς και την προσαγωγή του στο δικαστήριο της Χάγης, οι στενά συνεργαζόμενες δυνάμεις του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης επιδιώκουν να επιρρίψουν σε αυτόν όσες ευθύνες άφησαν πίσω από το Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς σε σχέση με τον πόλεμο στο έδαφος της πρώην Γιουγκοσλαβίας. Με τον τρόπο αυτό οι πρωταίτιοι του πολέμου, οι Η.Π.Α. και οι συνεργάτες τους, επιθυμούν να καταγράψουν αλλιώς την ιστορία, αυτοπροσδιοριζόμενοι ως ειρηνευτές που προστάτευσαν όλες τις εθνοτικές ομάδες της περιοχής από τη βαρβαρότητα των Σέρβων. Ως γνωστό στη σύλληψη του Κάραζιτς συμμετείχαν και οι Σερβικές αρχές ενεργώντας, εν πολλής, μειοδοτικά και αδιαφορώντας για τις αντιδράσεις ανάμεσα στο Σερβικό λαό, προσδοκώντας στην εύνοια της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των ΗΠΑ και συνάμα στην προσέλκυση των αντίστοιχων κεφαλαίων.
Οι ευθύνες που μπορούν να καταλογιστούν στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως θεσμό για τα τραγικά γεγονότα της δεκαετίας του 90 μπορεί να είναι ελάχιστες σε αριθμό αλλά έχουν βαρύνουσα σημασία. Η ιστορία καταλογίζει με επιείκεια στην Ε.Ε. (ως θεσμό), την παταγώδη αποτυχία να ασκήσει ουσιαστικό ρόλο για την εξασφάλιση της ειρήνης και της ασφάλειας μέσα στην καρδιά της Ευρώπης σε εκείνη την κρίσιμη περίοδο. Η επιείκεια όμως αυτοαναιρείται από το γεγονός ότι ισχυρά κράτη -μέλη της Ε.Ε. υπέθαλψαν τις συγκρούσεις και συνεργάστηκαν με τις ΗΠΑ στα πλαίσια του ΝΑΤΟ, επιδιώκοντας μέγιστο όφελος από το διαμελισμό της πρώην Γιουγκοσλαβίας.
Όλοι αυτοί ενίσχυσαν τα κινήματα που αναπτυχθήκαν με σκοπό την απόσχιση στις πρώην Γιουγκοσλαβικές Δημοκρατίες και υποβοήθησαν με διαφόρους τρόπους τη δράση παρακρατικών και εθνικιστικών-εξτρεμιστικών ομάδων. Αυτοί είναι λοιπόν οι αυτουργοί για μια σειρά εμφύλιων συγκρούσεων που είχαν ως αποτέλεσμα το θάνατο χιλιάδων ανθρώπων, την προσφυγοποίηση πληθυσμών, την ολοκληρωτική καταστροφή πόλεων και πολιτιστικών μνημείων και την ανάδειξη των Βαλκανίων σε μια ευαίσθητη περιοχή όπου τα οικονομικά, εθνικά, θρησκευτικά συμφέροντα θα ανταγωνίζονται με απρόβλεπτο χρονικό τέλος και όπου η φτώχεια, η εξαθλίωση ευδοκιμούν και το έγκλημα βρίσκει γόνιμο έδαφος.
Ο Κάραζιτς δεν είναι άμοιρος ευθυνών. Η δράση του συνδέεται με σοβαρά εγκλήματα εις βάρος του μουσουλμανικού πληθυσμού της Βοσνίας ενώ και ο ίδιος συνεργάστηκε με εξτρεμιστικές ομάδες. Ας μην ξεχνάμε όμως ότι τα εγκλήματα για τα οποία κατηγορείται έγιναν ως απάντηση στις απρόκλητες επιθέσεις ενάντια στους Σέρβους της Βοσνίας που διαπράχθηκαν από το ΝΑΤΟ και τις ομάδες που ανέθρεψαν οι ΗΠΑ και οι συνεργάτες τους. Ποιος θα δικάσει τους ηγέτες των κρατών του ΝΑΤΟ που άναψαν πρώτοι τη σπίθα στη Γιουγκοσλαβία; Ποιος θα δικάσει τους ηγέτες των ΗΠΑ για τη διαχρονική εγκληματική τους συμπεριφορά ενάντια στην ανθρωπότητα; Ποιος θα δικάσει τους Ευρωπαίους ηγέτες της Γερμανίας και της Βρετανίας για τη στήριξη που παρείχαν στις εθνικιστικές ομάδες και για τα εγκλήματα που έγιναν στα πλαίσια της απόσχισης της Κροατίας; Ποιος δίκασε του φασίστες του Ουτσεκά που έσφαζαν Σέρβους και τους αφαιρούσαν τα ζωτικά όργανα επί τόπου και τα πουλούσαν; Τους τελευταίους όχι μόνο δεν τους έχουν οδηγήσει σε δίκη αλλά αντίθετα σήμερα η Δυτική κοινότητα τους επιβραβεύει στηρίζοντας την απόφαση τους για απόσχιση του Κοσσόβου, παρά τις αντίθετες πρόνοιες του ψηφίσματος 1244 του Συμβουλίου Ασφαλείας.
Μοιραία η ιστορία δικαιώνει για ακόμα μια φορά το Μαρξ στον ισχυρισμό του ότι το διεθνές δίκαιο διαμορφώνεται από την άρχουσα τάξη στη βάση πρόσκαιρων οικονομικών συμφερόντων και είναι εργαλείο στα χέρια του πολυεθνικού κεφαλαίου που το χρησιμοποιεί για να διαιωνίσει την κυριαρχία του. Οι λαοί των Βαλκανίων όμως ακόμα καίγονται…

Σάββατο 7 Ιουνίου 2008

Η δεκαετία 1950-1960: από το αίτημα της Ένωσης στην εγκαθίδρυση της

Για τους Βρετανούς, η Κύπρος ήταν πολύ σημαντική εξαιτίας της θέσης της και όπως είναι φυσικό είχαν επενδύσει πολλά στην κυρίαρχη θέση τους στο νησί. Μια στρατηγική ανάλυση της περιόδου μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο καταδεικνύει ότι η κατάργηση της βρετανικής κυριαρχίας στο νησί θα επέφερε πολύ σοβαρές συνέπειες στα συμφέροντα του ΝΑΤΟ στην περιοχή, για αυτό ήταν στρατηγικά απαραίτητο να μείνει το νησί υπό βρετανική κυριαρχία. Πέραν τούτου η Κύπρος αποτελούσε ανάχωμα της Σοβιετικής επιρροής. Η Κύπρος έπαιζε σημαντικό ρόλο στον αποκλεισμό της Σοβιετικής Ένωσης από την Μεσόγειο και την Μέση Ανατολή. Επιπρόσθετα η γειτνίαση της Κύπρου με περιοχές πλούσιες σε αποθέματα πετρελαίου ήταν άλλος ένας σημαντικός παράγοντας που καθιστούσε τους Βρετανούς απρόθυμους να εγκαταλείψουν την Κύπρο. Αξίζει να αναφερθεί ότι τα 2/3 των βρετανικών αναγκών σε πετρέλαιο προερχόταν από χώρες της Μέσης Ανατολής. Το 1947 η Βρετανία αναγκάστηκε να αφήσει την Ινδία γεγονός που εξώθησε τις αραβικές χώρες σε αμφισβήτηση της βρετανικής κυριαρχίας στην παραγωγή και διακίνηση πετρελαίου. Το 1950 οι Αιγύπτιοι εθνικιστές κέρδισαν την εξουσία και αντιτάχθηκαν στην συνθήκη που είχαν με την Βρετανία από το 1936 και η οποία επέτρεπε στους Βρετανούς να διατηρούν μεγάλα στρατεύματα στην Αίγυπτο και να ελέγχουν τη Ζώνη της Διώρυγας του Σουέζ. Άρχισαν τότε συγκρούσεις με αποτέλεσμα οι Άγγλοι να συνειδητοποιήσουν ότι η Κύπρος που ήταν η τελευταία αποικία στην περιοχή ήταν η μόνη λύση που τους απέμενε για να διατηρήσουν την δύναμη και την επιρροή τους στην περιοχή.

Η αντιφασιστική νίκη και η ίδρυση του ΟΗΕ με τη συμπερίληψη στον Καταστατικό του Χάρτη του δικαιώματος των λαών για αυτοδιάθεση, έδωσαν πρωτόγνωρη ώθηση στον αντιαποικιακό αγώνα σε ολόκληρο τον κόσμο. Το ίδιο συνέβη και στην Κύπρο. Στην Κύπρο αναπτύχθηκαν δυο πόλοι αντιαποικιακού αγώνα. Ο πόλος της Δεξιάς που συνασπίστηκε γύρω από τον εκάστοτε αρχιεπίσκοπο και την Εθναρχία και ο πόλος της Αριστεράς υπό την ηγεσία του ΑΚΕΛ του νεοσύστατου, τότε, κόμματος της Αριστεράς που αποτέλεσε τη συνέχεια του Κομμουνιστικού Κόμματος Κύπρου. Οι δυο παρατάξεις είχαν κοινό στόχο την κατάκτηση του δικαιώματος αυτοδιάθεσης του κυπριακού λαού, που με τα τότε δεδομένα θα σήμαινε την Ένωση με την Ελλάδα. Πέραν τούτου όμως υπήρχαν μεταξύ τους μεγάλες διαφορές στις προσεγγίσεις, την πολιτική και την τακτική που ακολούθησαν.
Η Δεξιά έβλεπε τον αγώνα του κυπριακού λαού ως προέκταση των αλυτρωτικών κινημάτων των αρχών του 20ου αιώνα είναι για αυτό το λόγο που η τάση αυτή αδιαφορούσε για την τουρκοκυπριακή κοινότητα. Η τάση αυτή ζητούσε λύση του Κυπριακού μέσα στα πλαίσια της λεγόμενης «ελληνοβρετανικής φιλίας». Η Αριστερά από την άλλη έβλεπε την απελευθερωτική πάλη του κυπριακού λαού ως μέρος γενικά του αντιαποικιακού αγώνα των λαών. Στη βάση αυτή επεδίωκε και τη συμμετοχή των Τουρκοκυπρίων στον αντιαποικιακό αγώνα. Σημείο σταθμό αποτελεί η Διασκεπτική του 1947 που είχε σαν θέμα την προσφορά αυτοκυβέρνησης στην Κύπρο υπό τη Βρετανική κυριαρχία. Σε αυτή αρνήθηκαν να συμμετάσχουν οι εκπρόσωποι της Εθναρχίας που έμειναν αταλάντευτοι στην «Ένωση και μόνο Ένωση», ενώ συμμετείχαν εκπρόσωποι της Αριστεράς οι οποίοι έβλεπαν την αυτοκυβέρνηση ως μεταβατικό στάδιο προς την Ένωση αλλά απέρριψαν το προτεινόμενο σχέδιο και απεχώρησαν καθώς και εκπρόσωποι των Τουρκοκυπρίων που προέβαλαν ξεχωριστές αξιώσεις.
Η αποτυχία της Διασκεπτικής θέτει το ΑΚΕΛ σε έντονο προβληματισμό στα πλαίσια του οποίου αποστέλλει αντιπροσωπεία του (αποτελούμενη από το Γενικό του Γραμματέα Φιφή Ιωάννου και τον Ανδρέα Ζιαρτίδη) στην Ελλάδα για συναντήσεις με την ηγεσία του Κ.Κ.Ε στο βουνό. Ο Νίκος Ζαχαριάδης προτρέπει την αντιπροσωπεία να επιστρέψουν στη γραμμή της Ένωσης αφού ούτως η άλλως, σύμφωνα με την άποψη του, οι δυνάμεις του θα επικρατούσαν και η Ένωση θα εσυντελείτω με μια Ελλάδα ενταγμένη στο Ανατολικό μπλοκ. Επιπρόσθετα τους εξέφρασε την άποψη ότι ήταν λάθος η αποδοχή αυτοκυβέρνησης με καπιταλιστικούς όρους. Το Μάρτη του 1949 το ΑΚΕΛ κάνει αυτοκριτική και δημόσια δηλώνει πως η γραμμή της αυτοκυβέρνησης που ακολούθησε ήταν λαθεμένη.
Η κρίση και η μη σύγκλιση μεταξύ των δύο τάσεων που επιδίδονται σε αντιαποικιακό αγώνα στην Κύπρο συνεχίζεται και ενώ το ΑΚΕΛ διεκδικεί να έχει καθοριστικό ρόλο, η Εθναρχία αρνείται τη συμπόρευση. Η αριστερά μπροστά στην άρνηση της δεξιάς να συνεργαστεί μαζί της έστελνε στο Συμβούλιο Ασφαλείας και στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ το Νοέμβρη του 1949, ένα υπόμνημα στο οποίο τόνιζε πως οι Έλληνες της Κύπρου επιθυμούσαν την ένωση και «αν τυχόν υπάρχει και η παραμικρή αμφιβολία, ένα ελεύθερο δημοψήφισμα, κάτω από την επίβλεψη του ΟΗΕ, θα διαλύσει όλες τις αμφιβολίες». Στις 27 του Νοέμβρη του 1949 το εκφραστικό όργανο του ΑΚΕΛ, ο «Νέος Δημοκράτης», δημοσίευσε το υπόμνημα της αριστεράς και το ΑΚΕΛ καλούσε το λαό να το υπογράψει. Ουσιαστικά δηλαδή το ΑΚΕΛ ανακοίνωσε τη διοργάνωση δημοψηφίσματος για την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα.
Παράλληλα η Εθναρχία, από την οποία εκφράζονται αφοριστικές απόψεις για το ΑΚΕΛ, όπως ότι κανένας χριστιανός δεν μπορεί να είναι και κομμουνιστής και ότι οι κομμουνιστές είναι εχθροί του Θεού και του Ελληνισμού, ανακοίνωσε την 1η του Δεκέμβρη του ίδιου χρόνου την απόφασή της «περί διενεργείας δημοψηφίσματος δια του οποίου ο Ελληνικός κυπριακός λαός θα δηλώσει την θέλησίν του να ενωθεί μετά της Μητρός Ελλάδος». Και στις 5 του Δεκέμβρη όριζε ως μέρα έναρξης του δημοψηφίσματος τη 15η του Γενάρη. Στις 8 του Δεκέμβρη η Εθναρχία, εξέδιδε εγκύκλιο που καλούσε το λαό «εις τας επάλξεις δια την μάχην του δημοψηφίσματος, δια την εθνικήν αποκατάστασίν μας», «δια την Ένωσιν με την αθάνατον Μητέρα Ελλάδα». Μετά την προκήρυξη του Δημοψηφίσματος από την Εθναρχία, το ΑΚΕΛ τερμάτιζε την πρωτοβουλία του για το δικό του δημοψήφισμα και αποφάσιζε την υποστήριξη του δημοψηφίσματος της Εθναρχίας. Επίσης, με ανακοίνωσή του στις 10 του Δεκέμβρη ζητούσε από τους Ελληνοκύπριους να κάμουν «την 15η του Γενάρη μέρα θριάμβου για την Ένωση και σαρωτικής ήττας για το ξενικό ιμπεριαλιστικό καθεστώς». Το 95,71% των ελληνοκυπρίων ψήφισε υπέρ της Ένωσης. Μεταξύ αυτών ψήφισαν μερικοί Τουρκοκύπριοι και Αρμένιοι (επίσης Καθολικοί και Μαρωνίτες). Το ενωτικό δημοψήφισμα δεν έφερε οποιοδήποτε ουσιαστικό αποτέλεσμα. Ο κυβερνήτης Ράιτ, όταν του επιδόθηκαν τα αποτελέσματα του δημοψηφίσματος στις 4.2.1950, επανέλαβε ότι το ζήτημα της ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα είναι θέμα κλειστό για την Αγγλία. Ποια ήταν όμως η στάση της Αθήνας απέναντι στο ενωτικό δημοψήφισμα; Στις 15 του Δεκέμβρη του 1949 ο πρωθυπουργός Αλέξανδρος Διομήδη έλεγε πως «υπό τας παρούσας συνθήκας συνέχιση διεγέρσεως της κοινής γνώμης όχι μόνον δεν προάγει το ζήτημα (το Κυπριακό) αλλά δύναται να γίνει επιζήμια εις την διεθνή θέσιν της χώρας μας».

Μετά το θάνατο του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου του Β΄, ανέρχεται στον αρχιεπισκοπικό θρόνο ο τότε μητροπολίτης Κιτίου Μακάριος ο Γ΄ (20 Οκτωβρίου 1950). Ο Μακάριος ως επικεφαλής της Εθναρχίας πιέζει αφόρητα την Ελληνική Κυβέρνηση να υποστηρίξει ανοικτά την Ένωση και να προχωρήσει στη διεθνοποίηση το Κυπριακού στον Ο.Η.Ε. Δυστυχώς όμως συναντά τις αντίθετες απόψεις του Γεώργιου Παπανδρέου, του Στρατηγού Πλαστήρα και του Σ. Βενιζέλου.

Η πρώτη επίσημη προσπάθεια διεθνοποίησης του Κυπριακού επιχειρείται το 1954 όταν ο Έλληνας πρωθυπουργός στρατηγός Παπάγος καταθέτει το 1954 προσφυγή στον ΟΗΕ, ως εντολοδόχος του κυπριακού λαού, παρά το ότι οι ΗΠΑ δεν θεωρούσαν κατάλληλη τη χρονική στιγμή για προβολή του αιτήματος της αυτοδιάθεσης των Κυπρίων. Η στάση αυτή των ΗΠΑ οδήγησε ουσιαστικά στην αναβολή της συζήτησης και την παραπομπή του θέματος στην επόμενη σύνοδο της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, με το δικαιολογητικό ότι θα έπρεπε να δοθεί χρόνος στις κυβερνήσεις της Βρετανίας και της Ελλάδας να εξετάσουν το θέμα μεταξύ τους. Η διεθνοποίηση του Κυπριακού μάλλον αποδεικτηκέ ατυχής αφού σκλήρυνε τη θέση των Βρετανών οι οποίοι εμφανίζουν την Τουρκία για πρώτη φορά ως επίσημο μέλος της Διένεξης προσδίδοντας της έτσι διεκδικητικό ρόλο στο Κυπριακό.

Την πρώτη του Απρίλη 1955 ξέσπασε ο ένοπλος αγώνας της ΕΟΚΑ. Η δράση της ΕΟΚΑ ήταν μια επιλογή της Αθήνας του Μακαρίου και της λεγόμενης Επιτροπής Αγώνος που έδωσαν όρκο για αγώνα για Ένωση μέχρι θανάτου. Η χρήση ένοπλων μέσων δεν ήταν τόσο επιλογή του Μακαρίου ή του Παπάγου άλλα περισσότερου του Στρατηγού Γεώργιου Γρίβα που ανέλαβε να ηγηθεί το στρατιωτικό μέρος του Αγώνα. Ο τελευταίος ήταν ένας ακραίος εθνικιστής και αντικομμουνιστής με ενεργό ρόλο στην οργάνωση «Χ» κατά τη διάρκεια της κατοχής. Ο Γρίβας προσέδωσε στον αγώνα της ΕΟΚΑ όχι μόνο αντιβρετανικό αλλά και αντικομμουνιστικό και αντιτουρκικό χαρακτήρα. Ο αγώνας της ΕΟΚΑ σημαδεύτηκε από τις ηρωικές πράξεις πατριωτών που θυσιάστηκαν στο βωμό της ελευθερίας της Κύπρου. Δυστυχώς όμως εκ των υστερών κρίνεται ότι η επιλογή του ένοπλου αγώνα δεν πρόσφερε τα αναμενόμενα οφέλη. Ο στόχος της Ένωσης θυσιάστηκε, οι Βρετανοί βρήκαν ευκαιρία να εντάξουν την Τουρκία στο πρόβλημα, ενώ το Κυπριακό πρόβλημα συνεχίστηκε να υπάρχει με διάφορες μορφές και μέχρι σήμερα παραμένει άλυτο.
Το 1958 ιδρύθηκε η φασιστική τρομοκρατική οργάνωση ΤΜΤ με επικεφαλή τον μετέπειτα επικεφαλή της Τουρκοκυπριακής κοινότητας Ραούφ Ντενκτάς, που έθεσε στο στόχαστρο της κάθε προοδευτικό Τ/κύπριο. Η ΤΜΤ με τρομοκρατία και δολοφονίες δούλεψε για το διαχωρισμό των δυο κοινοτήτων προβάλλοντας το σύνθημα της διχοτόμησης – ΤΑΞΙΜ.
Κατά τη διάρκεια του Αγώνα κατατίθενται τέσσερις προσφυγές στον ΟΗΕ από τις ελληνικές κυβερνήσεις, που δρούσαν πάντοτε ως εντολοδόχοι του κυπριακού λαού. Μέχρι την προσφυγή του 1957 το αίτημα των προσφυγών ήταν Αυτοδιάθεση (Ένωση). Στην τελευταία προσφυγή του 1958, το αίτημα για Αυτοδιάθεση (Ένωση) μετατράπηκε σε αίτημα για Ανεξαρτησία. Η στροφή που επιχειρεί ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος οφειλόταν αφενός στον κίνδυνο να επιβληθεί το διχοτομικό σχέδιο Μακμίλλαν (1958), που είχε απορριφθεί, και αφετέρου στην αποτυχία να εξασφαλιστεί στον ΟΗΕ ψήφισμα που να είναι σύμφωνο με τους εθνικούς πόθους των Κυπρίων.

Σε διπλωματικό επίπεδο τον Αύγουστο του 1955 συνεκλήθη από τη Βρετανία η Τριμερής Διάσκεψη του Λονδίνου με τη συμμετοχή της Βρετανίας, της Ελλάδας και της Τουρκίας. Ο άμεσα ενδιαφερόμενος κυπριακός λαός αγνοήθηκε. Η Ελλάδα αποδεχόμενη την πρόσκληση έπεσε στην παγίδα των Βρετανών, καθώς από εκείνη τη στιγμή η Τουρκία επιβαλλόταν ως ισότιμος συνομιλητής στο Κυπριακό και ξανά έμπαινε στο πολιτικό παιχνίδι για την Κύπρο, τριάντα τόσα χρόνια μετά την υπογραφή της συνθήκης της Λωζάνης (1923), με την οποία η Τουρκία παραιτήθηκε από τα δικαιώματά της πάνω στην Κύπρο. Ταυτόχρονα, το Κυπριακό παύει να θεωρείται ως αποικιακό πρόβλημα, στο οποίο πρέπει να δώσει λύση η Βρετανία και μεταβάλλεται σε διεθνές ζήτημα. Τελικά, η Τριμερής Διάσκεψη οδηγήθηκε σε αδιέξοδο, καθώς η Ελλάδα απέρριψε τις εισηγήσεις που κατατέθηκαν. Με το τέλος της Τριμερούς οργανώνονται στην Κωνσταντινούπολη και στη Σμύρνη βιαιοπραγίες σε βάρος των Ελλήνων της Τουρκίας, ως προειδοποίηση στην ΕΟΚΑ, η οποία σχεδίαζε δήθεν «σφαγές» των Τουρκοκυπρίων.

Το 1956 κατά τις συνομιλίες μεταξύ του νέου Κυβερνήτη της Κύπρου στρατάρχη Χάρτινγκ και του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄ ο μεν Κυβερνήτης επέμενε στη βρετανική πρόταση για παροχή αυτονομίας, ενώ ο Αρχιεπίσκοπος επικέντρωσε τις απαιτήσεις του στη ρητή αναγνώριση του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης και την έναρξη διαπραγματεύσεων για το χρονικό προσδιορισμό της άσκησης του δικαιώματος από τους Κυπρίους. Μετά την αποτυχία των συνομιλιών ο Μακάριος Γ΄ εξορίστηκε στις Σεϋχέλλες (9 Μαρτίου 1956), μαζί με το μητροπολίτη Κυρηνείας Κυπριανό τον Παπασταύρο Παπαγαθαγγέλου και τον Πολύκαρπο Ιωαννίδη.

Το Δεκέμβριο του ιδίου χρόνου και ενώ ο Μακάριος είναι εξόριστος στις Σευχέλλες, του διαβιβάζονται οι συνταγματικές προτάσεις του Άγγλου συνταγματολόγου Ράντικλιφ με τις οποίες εισάγεται για πρώτη φορά η αρχή της διχοτόμησης, μια εφιαλτική λύση για κάθε Ελληνοκύπριο αφού στο αίτημα των Ελλήνων της Κύπρου για αυτοδιάθεση αντιπαραβαλλόταν η χωριστή εφαρμογή της αρχής της αυτοδιάθεσης και για την τουρκική μειοψηφία. Ο Μακάριος αρνήθηκε οποιαδήποτε συζήτηση εφ’ όσον παρέμενε στην εξορία ενώ η ελληνική κυβέρνηση απέρριψε το σύνταγμα Ράντκλιφ επειδή ούτε φιλελεύθερο, ούτε δημοκρατικό ήταν και κυρίως δεν οδηγούσε σε πραγματική εφαρμογή του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης.

Το 1958 οι βρετανοί αποικιοκράτες απειλούσαν να εφαρμόσουν το περιβόητο σχέδιο Μακμίλλαν που έθετε την Κύπρο υπό την τριπλή κυριαρχία της Βρετανίας, της Ελλάδας και της Τουρκίας. Για να αποτρέψει μεγαλύτερο κακό ο Μακάριος δέχτηκε τότε την ιδέα της ανεξαρτησίας. Την ίδια εποχή προσανατολίστηκε στην ανεξαρτησία και το ΑΚΕΛ.
Οι διαβουλεύσεις στα σκοτεινά παρασκήνια του ΝΑΤΟ κατέληξαν στην συμφωνία της Ζυρίχης μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας η οποία προέβλεπε την παραχώρηση στην Κύπρο μιας κολοβωμένης ανεξαρτησίας. Ο Μακάριος κλήθηκε στο Λονδίνο για να υπογράψει τη συμφωνία. Πήρε μαζί του εκπροσώπους από όλο το πολιτικό φάσμα για να τον συμβουλεύσουν. Το ΑΚΕΛ συμβούλευσε τον Μακάριο να μην δεχτεί την συμφωνία της Ζυρίχης και να διακηρύξει ότι τερματίζεται ο ένοπλος αγώνας, ότι συγκροτείται ενιαίο μέτωπο πάλης όλου του λαού με στόχο μια πραγματική ανεξαρτησία. Ο Μακάριος τελικά υπόγραψε στο Λονδίνο τη συμφωνία της Ζυρίχης.
Οι συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου παραχωρούσαν στην Κύπρο μια ακρωτηριασμένη ανεξαρτησία. Διαιώνιζαν στο νησί μας την παρουσία των βρετανικών βάσεων. Υποχρέωναν την Κύπρο σε συμμαχία με την Βρετανία, την Τουρκία και την Ελλάδα. Οι τρεις αυτές χώρες αναγορεύτηκαν σε εγγυήτριες δυνάμεις με αυξημένα δικαιώματα επέμβασης στα εσωτερικά της Κυπριακής Δημοκρατίας. Οι συμφωνίες, τέλος, επέβαλαν στον κυπριακό λαό ένα δοτό σύνταγμα με αντιδημοκρατικές διατάξεις που έφερναν σε αντιπαράθεση Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους.
Έτσι σηματοδοτήθηκε η ίδρυση του Ανεξάρτητης Κυπριακής Δημοκρατίας...

Η κυπρία γυναίκα και το θέμα της ισότητας


Τα τελευταία χρόνια ο στόχος της ισότητας των δύο φύλων έχει αναδειχθεί ως ένας από τους βασικούς στόχους των περισσοτέρων κρατών, Διεθνών Οργανισμών. πολιτικών δυνάμεων, των συνδικαλιστικών και Μη-Κυβερνητικών Οργανώσεων και γενικά της κοινωνίας. Στη βάση αυτού του στόχου διαμορφώνονται πολιτικές, εισάγονται επιμέρους στόχοι, εφευρίσκονται πολλές φορές νέοι ευφάνταστοι όροι για να περιγράψουν το πραγματικό ή και πολλές φορές υποκριτικό ενδιαφέρον των εμπλεκομένων φορέων.

Το ζήτημα της ισότητας αποτελεί πολύ συχνά αντικείμενο εποικοδομητικού διαλόγου αλλά και έντονων διαφωνιών και διενέξεων μεταξύ ομάδων που αντιλαμβάνονται διαφορετικά την «Ισότητα». Η ισότητα μεταξύ αντρών και γυναικών έχει καθιερωθεί ως γενική αρχή και βασικό ανθρώπινο δικαίωμα από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο ενώ γύρω από αυτήν αναπτύσσεται ένα ισχυρό νομοθετικό πλαίσιο που καλύπτει θέματα απασχόλησης, κοινωνικής ευημερίας, κοινωνικής ασφάλισης σχέσεων εντός της οικογένειας κ.α.

Η ισότητα των φύλων αποτελεί και βασικό στόχο της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθώς χαρακτηρίζεται ως τρόπος επίτευξης των στόχων της κοινοτικής πολιτικής για τη συνεργασία και την ανάπτυξη. Όπως εκφράζεται από διάφορους, η Ευρωπαϊκή δημοκρατία μπορεί να ολοκληρωθεί με προϋπόθεση την ισόρροπη συμμετοχή γυναικών και ανδρών σε κάθε τομέα δραστηριότητας, συμπεριλαμβανομένης της πολιτικής διαδικασίας και της συμμετοχής στα κέντρα λήψης αποφάσεων.

Η Τέταρτη Παγκόσμια Διάσκεψη του Ο.Η.Ε. για τις γυναίκες, που έλαβε χώρα στο Πεκίνο το Σεπτέμβριο 1995, κατέδειξε ότι οι διακρίσεις με βάση το φύλο παραμένουν ακόμη και ότι πρέπει να γίνουν ουσιαστικά βήματα και να ληφθούν συγκεκριμένα μέτρα από τις Κυβερνήσεις ώστε να εξασφαλισθεί η ισότητα των φύλων σε όλους τους τομείς: την οικονομία, την εκπαίδευση, τον πολιτισμό, την πρόσβαση στα συστήματα υγείας, απασχόλησης και συμμετοχής στα κέντρα λήψης αποφάσεων, την εικόνα της γυναίκας στα μέσα μαζικής ενημέρωσης κ.λπ. Επιπρόσθετα, στην Παγκόσμια Διάσκεψη εκδηλώθηκε γενική συμφωνία ότι τα γυναικεία ζητήματα έχουν σφαιρικό και οικουμενικό χαρακτήρα και ότι η ισότητα των φύλων είναι σημανυική για την οικοδόμηση δίκαιων και δημοκρατικών κοινωνιών στον 21ο αιώνα.

Στην Κύπρο η κοινωνική θέση της γυναίκας μειονεκτούσε απέναντι σε αυτήν του άντρα. Το να αποτελεί ο άντρας τον εργαζόμενο και η γυναίκα την υπεύθυνη του νοικοκυριού ήταν ο κανόνας, τα κατάλοιπα του οποίου, στις μέρες μας, υπάρχουν και επηρεάζουν την Κυπριακή κοινωνία. Στην ύπαιθρο, στο παρελθόν, συναντούμε τη γυναίκα να εργάζεται εκτός σπιτιού μόνο στη γεωργία, σε περιπτώσεις όπου η εργατική δύναμη των αντρών και των ζώων δεν αρκούσε για την κάλυψη των αναγκών. Αντίθετα στις πόλεις η χειραφέτηση της γυναίκας παρατηρείται από τις αρχές του 20 αιώνα, αφού ένας σημαντικός αριθμός γυναικών εργάζονται εκτός σπιτιού ενώ υπάρχουν και περιπτώσεις με γυναίκες που ακολουθούν σπουδές στο εξωτερικό. Βέβαια αφενός ο αριθμός αυτός είναι πολύ μικρότερος από τον αντίστοιχο αντρικό και αφετέρου οι συνθήκες εργασίας και η άνιση μεταχείριση σε όλους τους τομείς είναι το γενικό χαρακτηριστικό.

Τα τελευταία χρόνια, στην Κύπρο, η ισότητα των δύο φύλων απασχολεί την Πολιτεία, τα κόμματα, τις συνδικαλιστικές οργανώσεις και τις οργανώσεις που αναπτύσσουν δραστηριότητα στα πλαίσια της Κοινωνίας των Πολιτών. Για αυτό το λόγο έχει επέλεθει σημαντική βελτίωση της κατάστασης σε σχέση με τη δυνατότητα των δύο φύλων να έχουν ίσες ευκαιρίες. Παρόλα αυτά όμως αυτά που χρειάζεται να γίνουν είναι πολύ περισσότερα. Ο ρόλος του κράτους αλλά και των διαφόρων οργανώσεων που ασχολούνται με το θέμα της ισότητας, είναι καθοριστικός όπως θα δούμε και στη συνέχεια.

Είναι αλήθεια, ότι έχουν γίνει σημαντικά βήματα προόδου σε σχέση με την ισότητα των δύο φύλων, παρόλα αυτά όμως αυτά που χρειάζεται να γίνουν είναι πολύ περισσότερα και οι αλλαγές δεν πρέπει να έλθουν μόνο μέσα από νομοθετήματα αλλά μέσα από την παιδεία, την πρόνοια και τις κοινωνικές μεταρρυθμίσεις γενικότερα.

Στην Κύπρο έχει αναπτύξει δράση ένας πολύ μεγάλος αριθμός οργανώσεων που ασχολούνται με την ισότητα των δύο φύλων αποκλειστικά ή ως μέρος των γενικότερων δραστηριοτήτων τους. Η Πολιτεία θέτει την ισότητα των δύο φύλων ανάμεσα στους στόχους της και αφενός θέτει σε εφαρμογή νόμους και αποφάσεις και αφετέρου στηρίζει τη δράση των διαφόρων οργανώσεων συντονίζοντας ή επιχορηγώντας τες.

Ο στόχος της ισότητας δεν πρέπει να τίθεται ή να παραμένει απλώς ως στόχος εξίσωσης των ευκαιριών των δύο φύλων. Επιβάλλεται να αντιμετωπίζεται και ως στόχος της ισοτιμίας των ευκαιριών ανάμεσα στις ίδιες της γυναίκες, μεταξύ αυτών των πόλεων και της υπαίθρου, των γυναικών προερχόμενων από υψηλά και από χαμηλά εισοδηματικά στρώματα, των μορφωμένων γυναικών και αυτών με χαμηλότερη μόρφωση. Δυστυχώς, με λαμπρή εξαίρεση τις οργανώσεις που τοποθετούνται ιδεολογικά στην Αριστερά, οι υπόλοιπες οργανώσεις που δραστηριοποιούνται σε αυτόν τον τομέα επικεντρώνονται μόνο στην πτυχή της ισότητας των δύο φύλων.

Ο δρόμος για την πλήρη κατοχύρωση της γυναικείας ισοτιμίας και της πραγματικής ισότητας στις ευκαιρίες παραμένει ακόμα μακρύς και δύσκολος. Η θεωρητική και η νομικά κατοχυρωμένη και μόνο αποδοχή και αναγνώριση της γυναικείας ισοτιμίας είναι σημαντική αλλά δεν είναι αρκετή. Αυτή η αναγνώριση θα πρέπει να εκφραστεί στην καθημερινότητα. Με αποτελεσματικούς μηχανισμούς επιθεώρησης που θα ελέγχουν την εφαρμογή των νόμων. Με την δημιουργία της αναγκαίας υποδομής έτσι που να διασφαλίζεται στην πράξη η δυνατότητα της γυναίκας να εργάζεται και να ανελίσσεται στην εργασία χωρίς η ιδιότητα της εργαζόμενης να συγκρούεται με την ιδιότητα της μητέρας.

Παράλληλα η Πολιτεία αλλά και η κοινωνία των πολιτών θα πρέπει να δράσουν αποφασιστικά προς την κατεύθυνση της αναγνώρισης ισότιμων δικαιωμάτων των αλλοδαπών εργατριών αλλά και εργατών κάτι που θα συμβάλει αποφασιστικά στην αντιμετώπιση αλυσιδωτών προβλημάτων που προκαλεί η αδιαφορία για αυτούς και η κοινωνική τους περιθωριοποίηση.

Πέμπτη 28 Φεβρουαρίου 2008

Για να μην ξεχνάμε

Λένε για μένα οι ναυτικοί που εζήσαμε μαζίπως είμαι κακοτράχαλο τομάρι διεστραμμένο,πως τις γυναίκες μ' ένα τρόπον ύπουλο μισώκι ότι μ' αυτές να κοιμηθώ ποτέ μου δεν πηγαίνω.
Ακόμα, λένε πως τραβώ χασίσι και κοκόπως κάποιο πάθος με κρατεί φριχτό και σιχαμένο,κι ολόκληρο έχω το κορμί με ζωγραφιές αισχρές,σιχαμερά παράξενες, βαθιά στιγμαατισμένο.
Ακόμα, λένε πράματα φριχτά παρά πολύ,που είν' όμως ψέματα χοντρά και κατασκευασμένα,κι αυτό που εστοίχισε σε με πληγές θανατερέςκανείς δεν το 'μαθε ποτέ, γιατί δεν το 'πα σε κανένα.
Μ' απόψε, τώρα που έπεσεν η τροπική βραδιά,και φεύγουν προς τα δυτικά των Μαραμπού τα σμήνη,κάτι με σπρώχνει επίμονα να γράψω σε χαρτί,εκείνο, που παντοτινή κρυφή πληγή μου εγίνη.
Ήμουνα τότε δόκιμος σ'ένα λαμπρό ποστάλκαι ταξιδεύαμε Αίγυπτο γραμμή Νότιο Γαλλία.Τότε τη γνώρισα - σαν άνθος έμοιαζε αλπικό -και μια στενή μας έδεσεν αδελφική φιλία.
Αριστοκρατική, λεπτή και μελαγχολική,κόρη ενός πλούσιου Αιγύπτιου οπού 'χε αυτοκτονήσει,ταξίδευε τη λύπη της σε χώρες μακρινές,μήπως εκεί γινότανε να τήνε λησμονήσει.
Πάντα σχεδόν της Μπασκιρτσέφ κρατούσε το Ζουρνάλ,και την Αγία της Άβιλας παράφορα αγαπούσε,συχνά στίχους απάγγελνε θλιμμένους γαλλικούς,κι ώρες πολλές προς τη γαλάζιαν έκταση εκοιτούσε.
Κι εγώ, που μόνον εταιρών εγνώριζα κορμιά,κι είχα μιαν άβουλη ψυχή δαρμένη απ' τα πελάη,μπροστά της εξανάβρισκα την παιδική χαράκαι, σαν προφήτη, εκστατικός την άκουα να μιλάει.
Ένα μικρό της πέρασα σταυρόν απ' το λαιμόκι εκείνη ένα μου χάρισε μεγάλο πορτοφόλικι ήμουν ο πιο δυστυχισμένος άνθρωπος της γης,όταν εφθάσαμε σ' αυτήν που θα 'φευγε την πόλη.
Την εσκεφτόμουνα πολλές φορές στα φορτηγά,ως ένα παραστάτη μου κι άγγελο φύλακά μου,και μια φωτογραφία της στην πλώρη ήταν για μεόαση, που ένας συναντά μεσ' στην καρδιά της Άμμου.
Νομίζω πως θε να 'πρεπε να σταματήσω εδώ.Τρέμει το χέρι μου, ο θερμός αγέρας με φλογίζει.Κάτι άνθη εξαίσια τροπικά του ποταμού βρωμούν,κι ένα βλακώδες Μαραμπού παράμερα γρυλίζει.
Θα προχωρήσω!... Μια βραδιά σε πόρτο ξενικόείχα μεθύσει τρομερά με ουίσκυ, τζιν και μπύρα,και κατά τα μεσάνυχτα, τρικλίζοντας βαριά,το δρόμο προς τα βρωμερά, χαμένα σπίτια επήρα.
Αισχρές γυναίκες τράβαγαν εκεί τους ναυτικούς,κάποια μ' άρπαξ' απότομα, γελώντας, το καπέλο(παλιά συνήθεια γαλλική του δρόμου των πορνών)κι εγώ την ακολούθησα σχεδόν χωρίς να θέλω.
Μια κάμαρα στενή, μικρή, σαν όλες βρωμερή,οι ασβέστες απ' τους τοίχους της επέφτανε κομμάτια,κι αυτή ράκος ανθρώπινο που εμίλαγε βραχνά,με σκοτεινά, παράξενα, δαιμονισμένα μάτια.
Της είπα κι έσβησε το φως. Επέσαμε μαζί.Τα δάχτυλά μου καθαρά μέτρααν τα κόκαλά της.Βρωμούσε αψέντι. Εξύπνησα, ως λένε οι ποιητές«μόλις εσκόρπιζεν η αυγή τα ροδοπέταλά της».
Όταν την είδα και στο φως τα' αχνό το πρωινό,μου φάνηκε λυπητερή, μα κολασμένη τόσο,που μ' ένα δέος αλλόκοτο, σαν να 'χα φοβηθεί,το προτοφόλι μου έβγαλα γοργά να την πληρώσω.
Δώδεκα φράγκα γαλλικά... Μα έβγαλε μια φωνή,κι είδα μια εμένα να κοιτά με μάτι αγριεμένο,και μια το πορτοφόλι μου... Μ' απόμεινα κι εγώέναν σταυρό απάνω της σαν είδα κρεμασμένο.
Ξεχνώντας το καπέλο μου βγήκα σαν τον τρελό,σαν τον τρελό που αδιάκοπα τρικλίζει και χαζεύει,φέρνοντας μέσα στο αίμα μου μια αρρώστια τρομερή,που ακόμα βασανιστικά το σώμα μου παιδεύει.
Λένε για μένα οι ναυτικοί που εκάμαμε μαζίπως χρόνια τώρα με γυναίκα εγώ δεν έχω πέσει,πως είμαι παλιοττόμαρο και πως τραβάω κοκό,μ' αν ήξερα οι δύστυχοι, θα μ' είχαν συχωρέσει...
Το χέρι τρέμει... Ο πυρετός... Ξεχάστηκα πολύασάλευτο ένα Μαραμπού στην όχθη να κοιτάζω.Κι έτσι καθώς επίμονα κι εκείνο με κοιτά,νομίζω πως στη μοναξιά και στη βλακεία του μοιάζω...